Συμπόσιο 7: Νοητικές διεργασίες σε αφηγηματικά έργα: ευρήματα από κλινικούς πληθυσμούς και υγιείς ομιλητές

 Υποβάλλουσα:
Αγγελοπούλου Γεωργία1,2,3
 Πρόεδροι:
Αγγελοπούλου Γεωργία1,2,3
Κασελίμης Δημήτριος1,2,3
Εκπαιδευτικός Φορέας:
1Τμήμα Ψυχολογίας, ΠάντειοΠανεπιστήμιο Κοινωνικών και Πολιτικών Σπουδών
2Μέντωρ Ινστιτούτο Υγιούς Γήρανσης
3Μονάδα Νευροψυχολογίας και Διαταραχών Λόγου,1η Νευρολογική Κλινική,Αιγινήτειο Νοσοκομείο, Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών



Περιγραφή Συμποσίου


Η εκφορά του προφορικού λόγου σε επίπεδο κειμένου αποτελεί ένα βασικό εργαλείο για τη διερεύνηση των γλωσσικών και περαιτέρω νοητικών μηχανισμών που υποστηρίζουν τη γλωσσική επεξεργασία, καθώς αντανακλά με υψηλή οικολογική εγκυρότητα τη λειτουργική επικοινωνιακή ικανότητα των ομιλητών. Η ανάλυση του προφορικού λόγου επιτρέπει την εξαγωγή μικροδομικών και μακροδομικών δεικτών που συνδέονται με επιμέρους νοητικές διεργασίες, όπως η εύρεση λέξης, η επιλεκτική ανάρσυση πληροφοριών και ο εννοιολογικός σχεδιασμός, προσφέροντας πληροφορίες τόσο για υγιείς ομιλητές όσο και ασθενείς με γλωσσικές διαταραχές. Κατά την πρώτη ομιλία θα παρουσιαστούν δεδομένα από υγιείς ομιλητές και θα συζητηθεί η σημασία της εφαρμογής διαφορετικών ειδών αφήγησης, ως διακριτά νοητικάέργα για την αξιολόγηση της εκφοράς του προφορικού λόγου.Στη συνέχεια, θα παρουσιαστεί το Connected Speech Analysis Protocol, ως μία προσέγγιση ανάλυσης δεδομένων προφορικού λόγου αναδεικνύοντας τη σημασία χρήσης μίας ενιαίαςμεθοδολογίας στην μελέτη του προφορικού λόγου. Στο ίδιο πλαίσιο, θα παρουσιαστούν προκαταρκτικά δεδομένα εφαρμογής του πρωτοκόλλου σε ασθενείς με Πρωτοπαθή Προϊούσα Αφασία. Σε επόμενη ομιλία, θα συζητηθεί η σημασία της μελέτης της εκφοράς του προφορικού λόγου για την ανίχνευση των γλωσσικών ελλειμμάτων που ήδη εντοπίζονται στα πρώιμα στάδια νευροεκφυλιστικών διαταραχών, όπως η άνοια τύπου Alzheimer. Έπειτα, θα παρουσιαστούν δεδομένα μικροδομής και μακροδομής από τις αναδιηγήσεις παιδιών τυπικής ανάπτυξης, παιδιών με απραξία της ομιλίας και ενηλίκων με σύνδρομο Down. Έμφαση θα δοθεί και στο αν η προσωδία της αρχικής προφορικής αφήγησης επηρέασε τις αναδιηγήσεις των συμμετεχόντων ως προς την ανάκληση και την κατανόηση. Τέλος, θα παρουσιαστούν δεδομένα από ασθενείς με σχιζοφρένεια, με έμφαση στις διαταραχές σκέψηςκαι λόγου και τη σχέση τους με τις νοητικές λειτουργίες. Θα συζητηθεί η προγνωστική αξία σημασιολογικών, συντακτικώνκαι χρονικών χαρακτηριστικών, που προκύπτουν από τη μελέτητης εκφοράς του προφορικού λόγου, για την πορεία και την ανταπόκριση στη θεραπεία, αναδεικνύοντας τη σημασία της γλωσσικής αξιολόγησης στην κλινική πράξη.


Επιμέρους τίτλοι/Εισηγητές:


Εισηγητές:
Αγγελοπούλου Γεωργία1,2,3, Κασελίμης Δημήτριος1,2,3, Πόταγας Κωνσταντίνος2,3
Τίτλος:
Νοητικές διεργασίες σε διακριτικά είδη αφήγησης, ευρήματα από υγιείς ομιλητές
Εκπαιδευτικός Φορέας:
1Τμήμα Ψυχολογίας, ΠάντειοΠανεπιστήμιο Κοινωνικών και Πολιτικών Σπουδών
2Μέντωρ Ινστιτούτο ΥγιούςΓήρανσης
3Μονάδα Νευροψυχολογίας και Διαταραχών Λόγου,1η Νευρολογική Κλινική,Αιγινήτειο Νοσοκομείο, Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών
Περίληψη:
Η παραγωγή λόγου αποτελεί μια σύνθετη συμπεριφορά, η οποία προϋποθέτει την αλληλεπίδραση και τον συντονισμό επιμέρους νοητικών διεργασιών. Οι σιωπηλές παύσειςπου εμφανίζονται στη ροή της ομιλίαςθεωρούνται δείκτες της υποκείμενης νοητικήςεπεξεργασίας κατά την εκφορά του προφορικού λόγου. Τα λιγοστά μέχρι σήμερα δεδομένα από τη διερεύνηση ελληνόφωνων υγιών ομιλητών δείχνει ότι τα χαρακτηριστικά των σιωπηλών παύσεων και συγκεκριμένα, η συχνότητα και η διάρκειάτους διαφοροποιούνται σημαντικάσε δύο διακριτές αφηγηματικές δοκιμασίες: την περιγραφή μίας εικόνας και την αφήγηση μίας προσωπικής ιστορίας, σε νευροτυπικούς συμμετέχοντες. Περαιτέρω διερεύνηση δείχνει ότι η διάρκεια των σιωπηλών παύσεων σχετίζεται σημαντικά με την επίδοση σε νευροψυχολογικές δοκιμασίες επιτελικών λειτουργιών καθώς και δοκιμασίες αξιολόγησης πρόσβασης στις λεξικές/σημασιολογικές αναπαραστάσεις. Τέλος, αναλύσεις που περιλαμβάνουν δείκτες της φαιάς και της λευκής ουσίας από το αριστερό ημισφαίριο (επικρατούν για τη γλώσσα) ανέδειξαν διακριτά πρότυπα συσχέτισης μεταξύ της διάρκειας των παύσεων σιωπής που προκύπτουν από το κάθε αφηγηματικό είδος και της δομής των τριών κύριων δεσμίδων, της τοξοειδούς, της κροταφομετωπιαίας δεσμίδας της εξωτάτης κάψας καθώς και της μέσης επιμήκους δεσμίδας. Συνολικά, τα ευρήματα αυτά παρέχουν μία προσέγγιση που απαρτιώνει γλωσσικά, νευροψυχολογικά και νευροανατομικά δεδομένα, υποστηρίζοντας το νοητικόρόλο των παύσεων σιωπής στην αφηγηματική ικανότητα υγιών ομιλητών και κατ’ επέκταση την υπόθεση ότι τα διαφορετικά είδη αφήγησης συνιστούν διακριτά νοητικά έργα.

Εισηγητές:
Παναγιώτου Χρυσαυγή1,3, Αγγελοπούλου Γεωργία1,2,3, Κασελίμης Δημήτριος1,2,3, Πόταγας Κωνσταντίνος2,3
Τίτλος:
Μία μεθοδολογική πρόταση για την ανάλυση του προφορικού λόγου: Το πρωτόκολλο CSAP
Εκπαιδευτικός Φορέας:
1Τμήμα Ψυχολογίας, Πάντειο Πανεπιστήμιο Κοινωνικών και Πολιτικών Σπουδών
2Μέντωρ Ινστιτούτο Υγιούς Γήρανσης
3Μονάδα Νευροψυχολογίας και Διαταραχών Λόγου, 1η Νευρολογική Κλινική, Αιγινήτειο Νοσοκομείο, Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών
Περίληψη:
Η μελέτη του προφορικού λόγου καθίσταται σημαντική καθώς πληθώρα ερευνητικών δεδομένων καταδεικνύει ότι οι δείκτεςποσοτικοποίησης του λόγουμπορούν να αξιοποιηθούν τόσο για τον εντοπισμό κλινικών πληθυσμών όσο και για την διαφοροδιάγνωση μεταξύ διακριτών κλινικών ομάδων. Ως δείκτες ποσοτικοποίησης του προφορικού λόγου αναφέρονται, μεταξύ άλλων, η ταχύτητα άρθρωσης και ομιλίας, οι διαφόρων τύπων παύσεις, η συχνότητα χρήσης συγκεκριμένων μερών του λόγου(πχ. ουσιαστικά, ρήματα)καθώς και τα λάθηπου παρατηρούνται κατά τηνεκφορά του λόγου. Ωστόσο,βασικό πρόβλημα στη μελέτη του προφορικού λόγου αποτελείη απουσία μίας ενιαίας μεθοδολογίας για την επεξεργασία των ηχητικών δεδομένων, γεγονός που περιορίζει τη σύγκριση μεταξύ των αποτελεσμάτων διαφορετικών ερευνών. Στο πλαίσιο αυτό,στόχος της παρούσαςεισήγησης είναι η παρουσίαση του πρωτοκόλλου CSAP (Connected SpeechAnalysis Protocol), το οποίο έχει προταθεί ως μία ολοκληρωμένη μεθοδολογική προσέγγιση για την ανάλυση δεδομένων προφορικού λόγου. Ταυτόχρονα, με στόχο να καταδειχθεί η δυνατότητα εφαρμογής του πρωτοκόλλου για την μελέτη διαφόρων πτυχώντου προφορικού λόγου, θα παρουσιαστούν προκαταρκτικά δεδομένα από την εφαρμογή του σε ηχητικά δείγματαασθενών με Πρωτοπαθή Προϊούσα Αφασία, καθώς και σε ηχητικά δεδομένα υγιών συμμετεχόντων που έχουν ληφθεί με διακριτές μεθόδους εκμαίευσης προφορικού λόγου (περιγραφή εικόνας, ημι-δομημένη και ελεύθερη αφήγηση).

Εισηγητής:
Μαρτζούκου Μαρία
Τίτλος:
Αφήγηση, προσωδία και κοινωνικό-γνωστική κατανόηση σε δύο κλινικούς πληθυσμούς
Εκπαιδευτικός Φορέας:
Σχολή Ανθρωπιστικών Επιστημών, Ελληνικό Ανοικτό Πανεπιστήμιο
Περίληψη:
Στόχος της ομιλίας είναι η ανάδειξη της σημασίας της γλωσσικής αξιολόγησης στην κλινική πράξη, μέσω της ανάλυσηςτης μικροδομής και της μακροδομής των διηγήσεων/αναδιηγήσεων και της διερεύνησης του λειτουργικού ρόλου της προσωδίας ως πιθανού υποστηρικτικού μηχανισμού στην κατανόηση και τη μνήμη. Είκοσι ενήλικες με σύνδρομο Down και δύο ομάδες παιδιών τυπικής ανάπτυξης αντιστοιχισμένες ως προς το εκφραστικό λεξιλόγιο και τη μη λεκτική νοητική ηλικία. και 20 παιδιά προσχολικής ηλικίας με ιδιοπαθή Παιδική Απραξία της Ομιλίας (ΠΑΟ) αντιστοιχισμένα ένα προς ένα με παιδιά τυπικής ανάπτυξης αντίστοιχου φύλου και παρόμοιας ηλικίας έλαβαν μέρος στις έρευνες. Όλοι οι συμμετέχοντες άκουσαν ιστορίες ηχογραφημένες με έντονη ή επίπεδη προσωδία, ενώ παράλληλα έβλεπαν 6 σχετικές εικόνες. Στη συνέχειακλήθηκαν να αναδιηγηθούν τις ιστορίες και να απαντήσουν σε ερωτήσεις κατανόησης. Τα αποτελέσματα έδειξαν πως οι ενήλικες με σύνδρομο Down παρουσίασαν επίδοση παρόμοια με εκείνη της ομάδας που ήταν αντιστοιχισμένη ως προς τη μη λεκτική νοητική ηλικία, αλλά χαμηλότερη από την ομάδα με παρόμοιο εκφραστικό λεξιλόγιο. Παρότι δυσκολεύτηκαν να εκφράσουντις εσωτερικές καταστάσεις των ηρώων στις αναδιηγήσεις τους, φάνηκε ότι μπορούσαν να τις αναγνωρίσουν σε επίπεδο κατανόησης, ιδίως όταν η αφήγηση είχε έντονη προσωδία. Αντίθετα, τα παιδιά με ΠΑΟ δε διέφεραν σημαντικά από τα τυπικά αναπτυσσόμενα παιδιά σε βασικούς γλωσσικούς δείκτες, αλλά εμφάνισαν σαφείς δυσκολίες στην απόδοση αλλά και στην κατανόηση σκέψεων, συναισθημάτων και προθέσεων των ηρώων. Επιπλέον,ενώ τα παιδιά τυπικής ανάπτυξης επωφελήθηκαν από την έντονη προσωδία, τα παιδιά με ΠΑΟ δενπαρουσίασαν αντίστοιχο όφελος. Συνολικά, τα δεδομένα αναδεικνύουν τις συνολικές πληροφορίες που μπορούν οι κλινικοί να αποκομίσουν από τις αφηγήσεις/αναδιηγήσεις, τον κρίσιμο ρόλο της προσωδίας στην κατανόηση και την απομνημόνευση, αλλά και τη στενή σύνδεσηγλωσσικών και κοινωνικο-γνωστικών δεξιοτήτων σε κλινικούς και τυπικούς πληθυσμούς.

Εισηγητής:
Γρηγοριάδου Λαυρεντία1,3, Κασελίμης Δημήτριος1,2,3
Τίτλος:
Η εκφορά του προφορικού λόγου στη Σχιζοφρένεια: χαρακτηριστικά και κλινικές προεκτάσεις
Εκπαιδευτικός Φορέας:
1Τμήμα Ψυχολογίας, Πάντειο Πανεπιστήμιο Κοινωνικών και Πολιτικών Σπουδών
2Μέντωρ Ινστιτούτο ΥγιούςΓήρανσης
3Μονάδα Νευροψυχολογίας και Διαταραχών Λόγου,1η Νευρολογική Κλινική,Αιγινήτειο Νοσοκομείο, Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών
Περίληψη:
Η σχιζοφρένεια αποτελεί μια χρόνια, ετερογενή ψυχιατρική διαταραχή του φάσματος των ψυχώσεων, με πολυπαραγοντική αιτιολογία, που επηρεάζει ουσιωδώς τις νοητικές λειτουργίες και τη λειτουργικότητα. Χαρακτηρίζεται, μεταξύ άλλων, από διαταραγμένη γλωσσική λειτουργία, με τον Kraepelin να περιγράφει ασθενείς με «σχιζοφασία» και τον Bleuler να υπογραμμίζει την γλωσσικήπαθολογία της νόσου.Οι διαταραχές στο λόγο είναι εμφανείς ήδη στα πρόδρομα στάδια, αποτελούν δείκτες σοβαρότητας και παρουσιάζουν υψηλή ετερογένεια ενώ μεταβάλλονται στην πορεία της νόσου. Στην παρούσα ομιλία παρουσιάζονται βασικές διαταραχές σκέψης και ομιλίας στη σχιζοφρένεια, καθώς και γλωσσικά χαρακτηριστικά όπως ακουστικές, σημασιολογικές και συντακτικές παραμέτρους του λόγου, που έχουν διερευνηθεί. Εντούτοις, συνεχίζει να εγείρει προβληματισμούς η ετερογένεια των κλινικών εκδηλώσεων και του νευροψυχολογικού προφίλ των ασθενών με σχιζοφρένεια, με τον λόγο να αποτελεί κύρια πηγή δεδομένων για τους κλινικούς. Παραμένει ασαφές εάν οι διαταραχές λόγου αντανακλούν πρωτογενή γλωσσικά ελλείμματα ή αν συνδέονται με διαταραχές σε συναφείς νοητικές λειτουργίες, όπως η ενεργός μνήμη και οι επιτελικές λειτουργίες. Ιδιαίτερη έμφαση δίνεταιστη σημασία συγκεκριμένων γλωσσικώνδεικτών -ακουστικών, σημασιολογικών και συντακτικών- οι οποίοι παρουσιάζουν υψηλή προγνωστική αξία για την έναρξη, την πορεία και την ανταπόκριση στη θεραπεία. Η αλληλεπίδραση νοητικών λειτουργιών, συνιστωσών του λόγου και κλινικών συμπτωμάτων αναδεικνύεται ως καθοριστική για την κατανόηση της λειτουργικότητας, δεδομένου ότι τα νοητικά ελλείμματα και τα αρνητικά συμπτώματα αποτελούν ισχυρούς προγνωστικούς δείκτες ψυχοκοινωνικής λειτουργικότητας. Δεδομένης της φαινομενολογικής ποικιλομορφίας της σχιζοφρένειας, η υιοθέτηση μιας πολυδιάστατης και συστηματικής προσέγγισης στην ανάλυση του προφορικού λόγου δύναται να συμβάλει στη διαμόρφωση αντικειμενικών γλωσσικών δεικτών, με δυνητική αξιοποίηση ως βιοδεικτών. Τέλος, παρουσιάζεται ένα πρωτόκολλο αξιολόγησης στη σχιζοφρένεια, το οποίο αναπτύσσεται στο πλαίσιο της διδακτορικής μου διατριβής, σε συνεργασία με το Πάντειο Πανεπιστήμιο και τη Μονάδα Κλινικής Νευροψυχολογίας και Διαταραχών του Λόγου.




Λίστα Συμποσίων