Συμπόσιο 5: Εντοπισμός εκφάνσεων χαρισματικότητας σε μαθητές/τριες που φοιτούν στο ελληνικό εκπαιδευτικό πλαίσιο: Θεωρητικές προσεγγίσεις, ψυχομετρική τεκμηρίωση και πολυδιάστατες πρακτικές εντοπισμού

 Υποβάλλουσα:
Σοφολόγη Μαρία
 Πρόεδρος:
Παπαντωνίου Γεωργία
Εκπαιδευτικός Φορέας:
Τμήμα Νηπιαγωγών, Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων


Περιγραφή Συμποσίου


Η γήρανση αποτελεί μία από τις μεγαλύτερες προκλήσεις για τα συστήματα υγείας στην Ευρώπη. Έως το 2030, το 25% του πληθυσμού της ΕΕ θα είναι άνω των 65 ετών, με συνακόλουθη αύξηση της άνοιας και της γηριατρικής κατάθλιψης. Στην Ελλάδα, ο επιπολασμός της άνοιας ανέρχεται σε περίπου 5%, αγγίζοντας το 22% στα άτομα άνω των 80 ετών, ενώ κοινωνικοί παράγοντες όπως το στίγμα, ο ηλικιακός ρατσισμός και οι διακρίσεις επιβαρύνουν περαιτέρω την ευημερία και την πρόσβαση στη φροντίδα.
Στο πλαίσιο αυτό, το Ινστιτούτο Υγιούς Γήρανσης «Μέντωρ», που ιδρύθηκε το 2024 στην Τρίπολη, στοχεύει στην προαγωγή της υγιούς γήρανσης μέσω έρευνας, καινοτομίας και συνεργασιών με φορείς της τοπικής αυτοδιοίκησης και της ακαδημαϊκής κοινότητας.
Οι ομιλίες του συμποσίου εστιάζουν σε κρίσιμα ζητήματα έγκαιρου εντοπισμού και αξιολόγησης της νοητικής έκπτωσης. Αρχικά, παρουσιάζονται δημογραφικά και κλινικά δεδομένα από τον ημιαστικό πληθυσμό της Τρίπολης. Στη συνέχεια, συζητείται η εφαρμογή ανιχνευτικών εργαλείων στην κλινική πράξη, όπως το MoCA, αναδεικνύοντας τους περιορισμούς της μονοδιάστατης ερμηνείας καθολικών κατωφλίων, ιδίως σε ημιαστικούς πληθυσμούς.Τονίζεται η ανάγκηκλινικής ερμηνείας που λαμβάνει υπόψητη λειτουργικότητα, το πολιτισμικό πλαίσιο και δημογραφικούς παράγοντες.
Παράλληλα, αναλύεται ο σύνθετος ρόλοςτων υποκειμενικών αιτιάσεων νοητικών δυσκολιών, οι οποίες δεν ταυτίζονται πάντα με αντικειμενικά ελλείμματα και επηρεάζονται από παράγοντες όπως η μοναχικότητα και η διάθεση. Τέλος, εξετάζεται η διαγνωστική αξία της δοκιμασίας σχεδίασης του ρολογιού, με έμφαση στην ποιοτική ανάλυση των σφαλμάτων για τη διαφορική διάγνωση τύπων άνοιας. Συνολικά, το συμπόσιο αναδεικνύει την ανάγκη μίας ολιστικής, διεπιστημονικά τεκμηριωμένης προσέγγισης στη φροντίδα της νοητικής υγείαςτων ατόμων τρίτης ηλικίας. 


Επιμέρους τίτλοι/Εισηγητές:


Εισηγητές:
Σοφολόγη Μαρία1, Ραχανιώτη Ελένη1, Ντίνου Μάγδα1, Μωραΐτου Δέσποινα2, Παπαντωνίου Γεωργία1
Τίτλος:
Έλεγχος των ψυχομετρικών ιδιοτήτων της ελληνικής εκδοχής των Gifted Rating Scales (GRS-P & GRS-S) σε μαθητές/τριες προσχολικής  και σχολικής ηλικίας
Εκπαιδευτικός Φορέας:
1Παιδαγωγικό Τμήμα Νηπιαγωγών, Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων
2Τμήμα Ψυχολογίας, Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης
Περίληψη:
Η παρούσα μελέτη είχε ως στόχο τον έλεγχο των ψυχομετρικών ιδιοτήτων των ελληνικών εκδοχών των Κλιμάκων Εκτίμησης της Χαρισματικότητας, τόσο για την προσχολική όσο και για τη σχολική ηλικία. Ειδικότερα, τόσο οι Κλίμακες Εκτίμησης της Χαρισματικότητας–Νηπιαγωγείου (ΚΕΧ-Ν / Gifted Rating Scales–Preschool/Kindergarten Form, GRS-P· Pfeiffer & Jarosewich, 2003), όσο και οι Κλίμακες Εκτίμησης της Χαρισματικότητας–Σχολικής Ηλικίας (ΚΕΧ-Σ / Gifted Rating Scales–School Form, GRS-S· Pfeiffer & Jarosewich, 2003) αξιολογούν διαστάσεις της χαρισματικότητας των μαθητών μέσω εκτιμήσεων των εκπαιδευτικών τους. Για την προσχολική ηλικία, το δείγμα αποτέλεσαν 107 παιδιά (55 κορίτσια και 52 αγόρια) και ο αντίστοιχος αριθμός εκπαιδευτικών τους, οι οποίοι αξιολόγησαν πέντε διαστάσεις της χαρισματικότητας (διανοητική, ακαδημαϊκή, δημιουργική και καλλιτεχνική ικανότητα, καθώς και κίνητρα). Παράλληλα με τον έλεγχο της δομικής εγκυρότητας και της αξιοπιστίας εσωτερικής συνέπειας, διερευνήθηκε η συγκλίνουσα και διακρίνουσα εγκυρότητα των GRS-P σε σχέση με δύο εκτελεστικές λειτουργίες (εργαζόμενη μνήμη και αναστολή). Για τη σχολική ηλικία, συμμετείχαν 489 μαθητές/τριες (253 κορίτσια και 236 αγόρια, ηλικίας 6–13 ετών και 11 μηνών) και 489 εκπαιδευτικοί. Αξιολογήθηκαν έξι διαστάσεις της χαρισματικότητας: διανοητική, ακαδημαϊκή, δημιουργική, ηγετική και καλλιτεχνική ικανότητα, καθώς και κίνητρα. Η εφαρμογή διερευνητικών και επιβεβαιωτικών παραγοντικών αναλύσεων επιβεβαίωσε τη μονοπαραγοντική δομή καθεμίας κλίμακας εντός του καθενός από τα δύο σετ κλιμάκων (Preschool/Kindergarten Form & School Form), καθώς και την κυρίως μονοπαραγοντική δομή οργάνωσης του συνόλου των 5 και των 6 κλιμάκων (ως μετρήσιμων μεταβλητών), αντιστοίχως, σε κάθε ένα από τα δύο ηλικιακά σετ κλιμάκων. Οι δείκτες αξιοπιστίας εσωτερικής συνέπειας (Cronbach’s α) ήταν εξαιρετικοί, ενώ τεκμηριώθηκε ικανοποιητική δομική, συγκλίνουσα και διακρίνουσα εγκυρότητα. Συμπερασματικά, οι ελληνικές εκδοχές των ΚΕΧ-Ν και ΚΕΧ-Σ φαίνεται να αποτελούν αξιόπιστα και έγκυρα εργαλεία σύντομης εκτίμησης, εκ μέρους των εκπαιδευτικών, των πολλαπλών εκφάνσεων της χαρισματικότητας παιδιών προσχολικής και σχολικής ηλικίας στο ελληνικό εκπαιδευτικό πλαίσιο.

Εισηγητές:
Ραχανιώτη Ελένη1, Σοφολόγη Μαρία1, Ντίνου Μάγδα1, Παπαθεοδώρου Αναστασία1, Μωραΐτου Δέσποινα2Παπαντωνίου Γεωργία1
Τίτλος:
Έλεγχος των ψυχομετρικών ιδιοτήτων της ελληνικής εκδοχής των τεσσάρων πρώτων κλιμάκων των Scales for Rating the Behavioral Characteristics of Superior Students (SRBCSS)
Εκπαιδευτικός Φορέας:
1Παιδαγωγικό Τμήμα Νηπιαγώγων, Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων
2Τμήμα Ψυχολογίας, Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης
Περίληψη:
Στόχος της παρούσας μελέτης ήταν η διερεύνηση των ψυχομετρικών ιδιοτήτων της ελληνικής εκδοχής των τεσσάρων πρώτων Κλιμάκων Εκτίμησης Συμπεριφορικών Χαρακτηριστικών Υπερεχόντων Μαθητών [Scales for Rating the Behavioural Characteristics of Superior Students (SRBCSS)], οι οποίες αποτιμούν, μέσω της συμπλήρωσής τους από τους εκπαιδευτικούς, διαφορετικές διαστάσεις της χαρισματικότητας των μαθητών. Συγκεκριμένα, 145 εκπαιδευτικοί πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης (δημοτικού και γυμνασίου) συμπλήρωσαν τις τέσσερις επιμέρους κλίμακες Μάθησης, Δημιουργικότητας, Κινήτρων και Ηγεσίας των SRBCSS, προκειμένου να εκτιμήσουν τις αντίστοιχες διαστάσεις χαρισματικότητας των μαθητών τους. Ειδικότερα, οι κλίμακες συμπληρώθηκαν για 145 μαθητές (83 κορίτσια και 62 αγόρια) από τους εκπαιδευτικούς τους. Η μονοπαραγοντική δομή καθεμιάς από τις προαναφερθείσες κλίμακες των SRBCSS επιβεβαιώθηκε μέσω διερευνητικής (EFA) και επιβεβαιωτικής (CFA) παραγοντικής ανάλυσης. Η ανάλυση CFA επιβεβαίωσε, επίσης, την εγκυρότητα περιεχομένου τους, καθώς και οι τέσσερις κλίμακες παρουσίασαν θετικές και στατιστικώς σημαντικές συσχετίσεις στο πλαίσιο ενός σετ από δομικά μοντέλα μέσω των οποίων διερευνήθηκε η δομή οργάνωσης των τεσσάρων κλιμάκων (ως μετρήσιμων μεταβλητών) σε έναν ή σε δύο υπερκείμενους παραγόντες (λανθάνουσες μεταβλητές). Τόσο το μονοπαραγοντικό μοντέλο όσο και το διπαραγοντικό μοντέλο παρουσίασαν στατιστικώς ισοδύναμη και εξαιρετική προσαρμογή στα δεδομένα. Ακόμη, η αξιοπιστία εσωτερικής συνέπειας των τεσσάρων κλιμάκων αξιολογήθηκε με τον συντελεστή H του Hancock και βρέθηκε καλή έως εξαιρετική για όλες τις κλίμακες. Επιπροσθέτως, διαπιστώθηκαν μέτριες συσχετίσεις μεταξύ των τεσσάρων πρώτων κλιμάκων του SRBCSS και των κλιμάκων GRS-S (Gifted Rating Scales-School Form), υποστηρίζοντας έτσι τη συγκλίνουσα εγκυρότητά τους. Τα αποτελέσματα παρέχουν προκαταρκτικές ενδείξεις υπέρ των ψυχομετρικών ιδιοτήτων των συγκεκριμένων κλιμάκων και συνηγορούν υπέρ της έγκυρης και αξιόπιστης χρήσης τους για τον εντοπισμό και την αξιολόγηση χαρισματικών μαθητών από εκπαιδευτικούς στο ελληνικό εκπαιδευτικό πλαίσιο.

Εισηγητές:
Σοφολόγη Μαρία1, Ραχανιώτη Ελένη1, Ντίνου Μάγδα1, Μωραΐτου Δέσποινα2, Παπαντωνίου Γεωργία1
Τίτλος:
Προκαταρτική διερεύνηση του προτύπου των σχέσεων μεταξύ των ελλειμμάτων ομιλίας και γλώσσας, εκτελεστικών λειτουργιών, Διαταραχής Ελλειμματικής Προσοχής/Υπερκινητικότητας (ΔΕΠ-Υ) και εκφάνσεων χαρισματικότητας σε παιδιά προσχολικής ηλικίας
Εκπαιδευτικός Φορέας:
1Παιδαγωγικό Τμήμα Νηπιαγωγών, Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων
2Τμήμα Ψυχολογίας, Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης
Περίληψη:
Οι διαταραχές λόγου και ομιλίας εμφανίζονται συχνά σε παιδιά προσχολικής ηλικίας και εμπειρικές μελέτες έχουν καταδείξει τη συσχέτισή τους με δυσκολίες σε διαφορετικούς γνωστικούς τομείς. Κύριος στόχος της παρούσας μελέτης ήταν η διερεύνηση των σχέσεων μεταξύ ελλειμμάτων σε δεξιότητες λόγου, γλώσσας και επικοινωνίας, ελλειμμάτων στις εκτελεστικές λειτουργίες της εργαζόμενης μνήμης και της αναστολής, της Διαταραχής Ελλειμματικής Προσοχής/Υπερκινητικότητας (ΔΕΠ/Υ), καθώς και ορισμένων εκφάνσεων χαρισματικότητας (Διανοητική, Ακαδημαϊκή, και Δημιουργική ικανότητα, και συμπεριφορές που υποδηλώνουν Μάθηση, Δημιουργικότητα, Ακρίβεια στην επικοινωνία, Εκφραστικότητα, και Αναγνωστική ικανότητα),  σε παιδιά προσχολικής ηλικίας, βάσει των εκτιμήσεων των εκπαιδευτικών τους. Διερευνήθηκε, επίσης, η συγκλίνουσα/διακρίνουσα εγκυρότητα του εργαλείου Linguistic Assessment for Mapped Provision (LAMP; Nash, 2013), το οποίο ανιχνεύει ελλείμματα σε δεξιότητες λόγου, γλώσσας και επικοινωνίας, σε σχέση με τα ερωτηματολόγια: (α) Childhood Executive Functioning Inventory (CHEXI), και (β) ADHD-IV Questionnaire, καθώς και σε σχέση με ορισμένες από τις κλίμακες των: (γ) Gifted Rating Scales – Preschool/Kindergarten Form (GRS-P), και των (δ) Scales for Rating the Behavioral Characteristics of Superior Students (SRBCSS). Στην έρευνα συμμετείχαν 20 γυναίκες νηπιαγωγοί, οι οποίες συμπλήρωσαν τα παραπάνω εργαλεία για 71 μαθητές τους (41 αγόρια και 30 κορίτσια). Τα αποτελέσματα έδειξαν ότι τα ελλείμματα λόγου και ομιλίας συσχετίζονται θετικά και στατιστικώς σημαντικά με τη ΔΕΠ/Υ, καθώς και με ελλείμματα στην εργαζόμενη μνήμη και την αναστολή. Η ανάλυση διαδρομών ανέδειξε ως κυριότερες, μεταβλητές δημιουργίας ελλειμμάτων λόγου, τα ελλείμματα εργαζόμενης μνήμης και προσοχής (ως συστατικού της ΔΕΠ/Υ). Αντιθέτως, οι εκφάνσεις της χαρισματικότητας βρέθηκαν να συσχετίζονται αρνητικά με τα ελλείμματα λόγου και ομιλίας, με τη ΔΕΠ/Υ, καθώς και με τα ελλείμματα των εκτελεστικών λειτουργιών. Τέλος, οι μέτριες θετικές συσχετίσεις του LAMP με τα ψυχομετρικά εργαλεία μέτρησης της ΔΕΠ/Υ και των εκτελεστικών λειτουργιών, καθώς και οι αρνητικές συσχετίσεις του με τις κλίμακες χαρισματικότητας, τεκμηριώνουν την καλή συγκλίνουσα και διακρίνουσα εγκυρότητα του συγκεκριμένου εργαλείου στο ελληνικό εκπαιδευτικό πλαίσιο.

Εισηγητές:
Παπαθεοδώρου Αναστασία1, Ντίνου Μάγδα1, Ραχανιώτη Ελένη1, Σοφολόγη Μαρία1, Μωραΐτου Δέσποινα2, Παπαντωνίου Γεωργία1
Τίτλος:
Διερεύνηση της σχέσης μεταξύ οπτικο-χωρικής ικανότητας και διαστάσεων χαρισματικότητας
Εκπαιδευτικός Φορέας:
1Παιδαγωγικό Τμήμα Νηπιαγωγών, Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων
2Τμήμα Ψυχολογίας, Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης
Περίληψη:
Οι περισσότερες αξιολογήσεις για τον εντοπισμό πιθανής χαρισματικότητας σε μαθητές φαίνεται να επικεντρώνονται, κυρίως, σε αποτελέσματα μη λεκτικών τεστ γενικής νοημοσύνης, δίχως να λαμβάνουν υπόψη τους τις επιδόσεις των μαθητών και σε άλλες ικανότητες, όπως η οπτικο-χωρική. Αυτή η πρακτική έχει ως αποτέλεσμα να  μένει εκτός μια μεγάλη ομάδα παιδιών «χωρίς διάγνωση», καθώς πρόσφατες έρευνες υποδεικνύουν ότι υπάρχει υψηλός βαθμός συσχέτισης μεταξύ της χωρικής ικανότητας και της χαρισματικότητας. Κατά συνέπεια, όταν πρόκειται για τον εντοπισμό χαρισματικών παιδιών, η χρήση τεστ μέτρησης γενικής γνωστικής ικανότητας θα ήταν σκόπιμο να συνοδεύεται, επίσης, και από δοκιμασίες αξιολόγησης εκφάνσεων της οπτικο-χωρικής τους ικανότητας. Στόχος της παρούσας εργασίας ήταν η διερεύνηση της σχέσης της οπτικο-χωρικής ικανότητας, της ρέουσας νοημοσύνης και της ταχύτητας επεξεργασίας μαθητών/τριών, 10 έως 13 ετών, με την εκτίμηση πιθανής χαρισματικότητάς τους, εκ μέρους των εκπαιδευτικών τους. Στην έρευνα συμμετείχαν 200 μαθητές, και των δύο φύλων, της Ε΄ και της ΣΤ΄ τάξης Δημοτικού καθώς και της Α΄ και Β΄ τάξης Γυμνασίου που φοιτούν σε δημόσια σχολεία της Ελλάδας, καθώς και ο ίδιος αριθμός εκπαιδευτικών. Οι μαθητές εξετάστηκαν μέσω τριών σύντομων ψυχομετρικών δοκιμασιών (Τεστ Αριθμών, Τεστ Αριθμητικών Πράξεων, Τεστ Διπλώματος Χαρτιού), οι οποίες μετρούν ρέουσα νοημοσύνη και ταχύτητα επεξεργασίας (αριθμητικό συμβολικό σύστημα) καθώς και νοερή περιστροφή. Οι εκπαιδευτικοί των μαθητών κλήθηκαν να συμπληρώσουν τρεις από τις Scales for Rating the Behavioral Characteristics of Superior Students (SRBCSS-R; Renzulli et al., 2013), και ειδικότερα, αυτές που αφορούν τα συμπεριφορικά χαρακτηριστικά των μαθητών/τριών στους τομείς των Μαθηματικών, της Τεχνολογίας και της Επιστήμης. Τα αποτελέσματα βρίσκονται στη φάση των κωδικοποίησης και της στατιστικής επεξεργασίας.




Λίστα Συμποσίων