| Υποβάλλων: Τσολακόπουλος Δημήτρης1,2 |
| Πρόεδροι: Κασελίμης Δημήτρης1,2, Τσολακόπουλος Δημήτρης1,2 |
| Εκπαιδευτικός Φορέας: 1 Μονάδα Νευροψυχολογίας και Διαταραχών του Λόγου, 1η Νευρολογική Κλινική, Αιγινήτειο Νοσοκομείο, Τμήμα Ιατρικής, ΕΚΠΑ 2 Τμήμα Ψυχολογίας, Πάντειο Πανεπιστήμιο Κοινωνικών και Πολιτικών Επιστημών |
Περιγραφή Συμποσίου
Η μνήμη συχνά προσεγγίζεται ως μια ενιαία νοητική λειτουργία, με τις παρατηρούμενες μεταβολές της να ερμηνεύονται κυρίως ως δείκτες έκπτωσης. Ωστόσο, η σύγχρονη βιβλιογραφία υποδεικνύει ότι η μνήμη αποτελείται από διακριτές διεργασίες, οι οποίες διαφοροποιούνται ως προς τους υποκείμενους μηχανισμούς, τη λειτουργική τους συμβολή και τον βαθμό ευαλωτοτητας τους. Το παρόν συμπόσιο στοχεύει στην επανεξέταση της μνήμης πέρα από το μοντέλο της ενιαίας λειτουργίας, αναδεικνύοντας τη διαφοροποίηση μνημονικών σταδίων, τον ρόλο και τη σχέση άλλων νοητικών μηχανισμών, καθώς και τη λειτουργική σημασία φαινομένων που παραδοσιακά ερμηνεύονται ως ελλείμματα.
Η πρώτη παρουσίαση εξετάζει τη μνήμη ως σύνολο διακριτών αλλά αλληλένδετων διεργασιών, εστιάζοντας σε διαφορές μεταξύ κωδικοποίησης, παγίωσης και αναγνώρισης σε συνάρτηση με την ταχύτητα επεξεργασίας, όπως περιγράφεται στα μοντέλα γενικής νοητικής επιβράδυνσης, και στον επιτελικό έλεγχο της ανάκλησης. Η δεύτερη παρουσίαση επαναπλαισιώνει τη λήθη, μετατοπίζοντας την εστίαση από την παθητική απώλεια προς την κατανόησή της ως ενεργής και εν δυνάμει λειτουργικής διεργασίας, που μπορεί να υποστηρίζει την προσαρμοστικότητα και τη νοητική ευελιξία. Η τρίτη παρουσίαση εστιάζει σε εννοιολογικά και ψυχομετρικά ζητήματα της ενεργού μνήμης, αναδεικνύοντας την ετερογένεια των σχετικών δοκιμασιών και τις επιπτώσεις της στη θεωρία και την κλινική-ερευνητική αξιολόγηση. Τέλος, η τέταρτη παρουσίαση επεκτείνει τη συζήτηση σε οικολογικά πλαίσια, διερευνώντας τη σχέση μνήμης και αφηγηματικών ικανοτήτων και αναδεικνύοντας τις διαφορετικές μνημονικές διεργασίες που εμπλέκονται σε διακριτά αφηγηματικά έργα.
Συνολικά, το συμπόσιο προτείνει μια πολυεπίπεδη και λειτουργικά προσανατολισμένη ανάλυση της μνήμης, πέρα από διχοτομίες επιτυχίας και αποτυχίας.
Επιμέρους τίτλοι/Εισηγητές:
- Εισηγητές:
- Τσολακόπουλος Δημήτρης1,2, Δημήτρης Κασελίμης1,2, Γεωργία Αγγελοπούλου1,2, Κωνσταντίνος Πόταγας1
- Τίτλος:
- Η Πολυδιάστατη Λεκτική Μνήμη: Συμβολή Της Ηλικίας, Ταχύτητας Επεξεργασίας Και Επιτελικού Ελέγχου
- Εκπαιδευτικός Φορέας:
- 1 Μονάδα Νευροψυχολογίας και Διαταραχών του Λόγου, η Νευρολογική Κλινική, Αιγινήτειο
Νοσοκομείο, Τμήμα
Ιατρικής, ΕΚΠΑ
2 Τμήμα Ψυχολογίας, Πάντειο Πανεπιστήμιο Κοινωνικών και Πολιτικών Επιστημών
- Περίληψη:
- Η λεκτική μνήμη αποτελεί κεντρική νοητική λειτουργία που παρουσιάζει
μεταβολές κατά τη διάρκεια της ενήλικης ζωής και περιλαμβάνει διακριτούς
μηχανισμούς, όπως η κωδικοποίηση, η μάθηση, η ανάκληση και η διατήρηση νέων
πληροφοριών. Η θεωρία της ταχύτητας επεξεργασίας υποστηρίζει ότι οι ηλικιακές
διαφοροποιήσεις στη μνήμη οφείλονται κυρίως σε γενικευμένη επιβράδυνση της
ταχύτητας επεξεργασίας. Ωστόσο, δεν έχει αποσαφηνιστεί πλήρως εάν η λεκτική
μνήμη εξηγείται αποκλειστικά μέσω αυτού του μηχανισμού ή εάν η συμβολή της
ταχύτητας διαφοροποιείται ανάλογα με το μνημονικό υποσύστημα.
Στη μελέτη συμμετείχαν 66 υγιείς ενήλικες (Μ = 39.15 έτη, SD = 14.3), οι οποίοι αξιολογήθηκαν με το Auditory Verbal Learning Test (AVLT), εξετάζοντας δείκτες κωδικοποίησης, άμεσης ανάκλησης μετά από παρεμβολή, καθυστερημένης ανάκλησης και διατήρησης. Για την αξιολόγηση της ταχύτητας επεξεργασίας και των επιτελικών λειτουργιών χορηγήθηκαν το Symbol Digit Modalities Test και δοκιμασίες λεκτικής ροής αντίστοιχα. Πραγματοποιήθηκαν ιεραρχικές παλινδρομήσεις με τις επιδόσεις στις επιτελικές λειτουργίες, την ηλικία και τα έτη εκπαίδευσης ως ανεξάρτητες μεταβλητές και τις μνημονικές μεταβλητές ως εξαρτημένες.
Τα αποτελέσματα έδειξαν επίδραση της ηλικίας για όλους τους δείκτες μνήμης. Η ταχύτητα επεξεργασίας επέδρασε στην κωδικοποίηση και στην άμεση ανάκληση μετά από παρεμβολή. Δεν βρέθηκε επίδραση των επιτελικών λειτουργιών.
Τα ευρήματα υποδηλώνουν ότι η λεκτική μνήμη δεν εξηγείται από έναν ενιαίο μηχανισμό γενικευμένης επιβράδυνσης. Η επίδραση της ταχύτητας επεξεργασίας φαίνεται να περιορίζεται κυρίως στην κωδικοποίηση και στην άμεση ανάκληση, ενώ η καθυστερημένη ανάκληση και η διατήρηση επηρεάζονται κυρίως από ηλικιακούς παράγοντες. Συνολικά, τα ευρήματά μας υποδεικνύουν ότι οι αλλαγές στη μνήμη προϊόντος του χρόνου είναι ένα σύνθετο φαινόμενο, το οποίο δεν εξηγείται αποκλειστικά από την ηλικία αλλά εμπλέκονται και άλλοι παράγοντες, όπως η ταχύτητα επεξεργασίας, η οποία επιδρά επιλεκτικά σε συγκεκριμένα μνημονικά υποσυστήματα. Περαιτέρω μελέτες με συμπερίληψη περισσότερων επιτελικών λειτουργιών είναι αναγκαίες για την αποσαφήνιση της μνημονικής έκπτωσης.
- Εισηγητές:
- Πανοπούλου Ιωάννα1, Δημήτρης Κασελίμης1,2, Κωνσταντίνος Πόταγας1
- Τίτλος:
- Αναπλαισιώνοντας Τη Λήθη Ως Λειτουργική Διεργασία Της Μνήμης
- Εκπαιδευτικός Φορέας:
- 1 Μονάδα
Νευροψυχολογίας και Διαταραχών του
Λόγου, 1η Νευρολογική Κλινική, Αιγινήτειο Νοσοκομείο, Τμήμα
Ιατρικής, ΕΚΠΑ
2 Τμήμα Ψυχολογίας, Πάντειο Πανεπιστήμιο Κοινωνικών και Πολιτικών Επιστημών
- Περίληψη:
- Η λήθη έχει παραδοσιακά ερμηνευθεί ως ένδειξη μνημονικής
ανεπάρκειας, αποδιδόμενη είτε στη σταδιακή φθορά των μνημονικών ιχνών είτε σε
παρεμβολές που οδηγούν σε απώλεια της πληροφορίας με την πάροδο του χρόνου. Στο
κλινικό πλαίσιο, αντιμετωπίζεται συχνά μονοδιάστατα ως δείκτης δυσλειτουργίας ή
νευροεκφυλισμού. Ωστόσο, σύγχρονες προσεγγίσεις στη γνωστική νευροεπιστήμη
υποστηρίζουν ότι η λήθη δεν συνιστά απλώς αποτυχία του μνημονικού συστήματος,
αλλά αντανακλά έναν ενεργό και προσαρμοστικό μηχανισμό ρύθμισης της νοητικής
λειτουργίας
Η θεωρία της αναστολής και τα ευρήματα από το παράδειγμα της “λήθης επαγόμενης από την ανάκληση” (retrieval-induced forgetting) καταδεικνύουν ότι η επιλεκτική καταστολή ανταγωνιστικών αναπαραστάσεων μειώνει την παρεμβολή και διευκολύνει την αποδοτική ανάκτηση σχετικών πληροφοριών Υπό αυτή την έννοια, η λήθη δεν αποτελεί παθητική απώλεια, αλλά λειτουργική διεργασία που βελτιστοποιεί τη μνημονική απόδοση. Παράλληλα, νευροβιολογικά δεδομένα υποδεικνύουν ότι η λήθη συνδέεται με ενεργές διαδικασίες συναπτικής αποδυνάμωσης και αναδιοργάνωσης μνημονικών ιχνών (engrams). Μοριακοί ρυθμιστικοί μηχανισμοί, όπως η πρωτεΐνη Rac1, φαίνεται να διαμεσολαβούν τη δυναμική αναδιαμόρφωση της συναπτικής ισχύος, υποδηλώνοντας ότι η λήθη αποτελεί ενδογενές και βιολογικά προγραμματισμένο στοιχείο της μνημονικής αρχιτεκτονικής
Υπό αυτό το πρίσμα, η λήθη διασφαλίζει γνωστική οικονομία, επιτρέποντας τη διατήρηση επικαιροποιημένων αναπαραστάσεων και την αποφυγή γνωστικού υπερφορτίου. Η παρούσα εισήγηση προτείνει μια εννοιολογική μετατόπιση: από τη θεώρηση της λήθης ως έλλειμμα προς την κατανόησή της ως διεργασία που υποστηρίζει την προσαρμοστικότητα και τη γνωστική ευελιξία. Θα συζητηθεί η διάκριση μεταξύ λειτουργικής και παθολογικής λήθης, με αναφορά τόσο στη φυσιολογική γήρανση όσο και σε κλινικές καταστάσεις (π.χ νευροεκφυλιστικές διαταραχές), όπου η αποδιοργάνωση της μνημονικής δομής οδηγεί σε ποιοτικά διαφοροποιημένα πρότυπα απώλειας. Αναπλαισιώνοντας τη λήθη ως δυναμική και βιολογικά ρυθμιζόμενη διαδικασία, η παρουσίαση επιχειρεί να συμβάλλει σε ένα αναθεωρημένο θεωρητικό πλαίσιο για τη μνήμη, με συνέπειες για τη βασική έρευνα και την κλινική νευροψυχολογία.
- Εισηγητές:
- Ψαρομπά Άννα-Μαρία2,3, Α. Βατάκη1, Κ. Πόταγας2, Δ. Κασελίμης2,3
- Τίτλος:
- Ψυχομετρική Εγκυρότητα Και Εννοιολογική Κατασκευή Της Ενεργού Μνήμης
- Εκπαιδευτικός Φορέας:
- 1Εργαστήριο Εφαρμοσμένης Ψυχολογίας, Τμήμα Ψυχολογίας, Πάντειο Πανεπιστήμιο Κοινωνικών και Πολιτικών
Επιστημών, Αθήνα
2Μονάδα Νευροψυχολογίας και Διαταραχών του Λόγου, Α’ νευρολογική Κλινική, Αιγινήτειο Νοσοκομείο, Ιατρική Σχολή, Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών
3Τμήμα Ψυχολογίας, Πάντειο Πανεπιστήμιο Κοινωνικών και Πολιτικών Επιστημών, Αθήνα
- Περίληψη:
- Η ενεργός μνήμη αποτελεί έναν από τους ισχυρότερους προβλεπτικούς δείκτες της γενικής ρέουσας νοημοσύνης. Ωστόσο, οι τρόποι αξιολόγησης της διαφέρουν σημαντικά κλινικά και ερευνητικά, οδηγώντας σε πλήθος διαφορετικών ορισμών. Ένα κεντρικό ζήτημα στη βιβλιογραφία είναι η χαμηλή συσχέτιση που συχνά παρατηρείται μεταξύ διαφορετικών παραδειγμάτων έργων ενεργού μνήμης, όπως οι δοκιμασίες σύνθετου εύρους και οι δοκιμασίες “n-back”, κάτι που μπορεί να οφείλεται σε μεθοδολογικές διαφορές μεταξύ των έργων. Ωστόσο, αυτές οι χαμηλές συσχετίσεις δεν υποδηλώνουν απαραίτητα την έλλειψη κοινού υποκείμενου μηχανισμού: αναλύσεις λανθανόντων παραγόντων δείχνουν σύγκλιση των δοκιμασιών ενεργού μνήμης σε έναν ισχυρό κοινό παράγοντα ο οποίος αποτυπώνει το κοινό γνωστικό υπόστρωμα πέρα από τη μεθοδολογική ιδιαιτερότητα κάθε έργου. Στο πλαίσιο αυτό, η χρήση σύνθετων βαθμολογιών από πολλαπλές δοκιμασίες ενισχύει σημαντικά την αξιοπιστία και την εγκυρότητα της μέτρησης, τόσο σε υγιείς όσο και σε πληθυσμούς ασθενών. Συμπερασματικά, η κατανόηση και η έγκυρη αξιολόγηση της ενεργού μνήμης απαιτούν πολυπαραγοντική προσέγγιση, η οποία υπερβαίνει τις μεμονωμένες δοκιμασίες. Κατά συνέπεια, προτείνεται η αξιολόγησή της να βασίζεται σε συνδυασμούς ετερογενών δοκιμασιών, επιλεγμένων με γνώμονα τόσο τα ψυχομετρικά όσο και τα νευροβιολογικά τεκμήρια, προκειμένου να διασφαλιστεί η εγκυρότητα της μέτρησης και να αποσαφηνιστεί η σχέση της με τη γενική ρέουσα νοημοσύνη.
- Εισηγητές:
- Αγγελοπούλου Γεωργία1,2, Δημήτρης Κασελίμης1,2, Δημήτριος Τσολακόπουλος1,2, Κωνσταντίνος Πόταγας1
- Τίτλος:
- Μνημονικά Ίχνη Στα Διακριτά Είδη Αφήγησης
- Εκπαιδευτικός Φορέας:
- 1Μονάδα Νευροψυχολογίας και Διαταραχών του Λόγου, 1η Νευρολογική Κλινική, Αιγινήτειο Νοσοκομείο, Τμήμα
Ιατρικής, ΕΚΠΑ
2Τμήμα Ψυχολογίας, Πάντειο Πανεπιστήμιο Κοινωνικών και Πολιτικών Επιστημών
- Περίληψη:
- Ο αφηγηματικός λόγος
συνιστά ένα σύνθετο νοητικό έργο, του οποίου η επιτυχής παραγωγή προϋποθέτει
τον συντονισμό διακριτών νοητικών λειτουργιών. Διαφορετικές μνημονικές
συνιστώσες — όπως η επεισοδική, η σημασιολογική και η ενεργός μνήμη —
αλληλεπιδρούν για την ανάσυρση, επιλογή και οργάνωση των κατάλληλων πληροφοριών
πριν από την εκφορά του προφορικού λόγου. Παράλληλα, ενεργοποιούνται επιτελικές
λειτουργίες που υποστηρίζουν τόσο τη δομική οργάνωση και τη μακροδομή της
αφήγησης όσο και την εποπτική παρακολούθηση της γλωσσικής παραγωγής,
διασφαλίζοντας τη συνοχή, τη συνεκτικότητα και την προσαρμογή στο επικοινωνιακό
πλαίσιο.
Διακριτά αφηγηματικά έργα, όπως για παράδειγμα η προσωπική αυτοβιογραφική αφήγηση, η αναδιήγηση μίας γνωστής ιστορίας και η περιγραφή εικόνων δεν συνιστούν ομοιογενείς δοκιμασίες, αλλά διαφοροποιημένα, ως προς το μνημονικό τους υπόβαθρο, νοητικά έργα. Η αυτοβιογραφική αφήγηση στηρίζεται κυρίως στην επιλεκτική ανάσυρση πληροφοριών από την επεισοδική μνήμη ενώ η αναδιήγηση ιστοριών εξαρτάται σε μεγαλύτερο βαθμό από την ανάρσυση και σημασιολογική οργάνωση των πληροφοριών. Παράλληλα, η συνοχή και η μακροδομή του αφηγηματικού λόγου συνδέονται στενά με επιτελικές λειτουργίες, όπως ο νοητικός έλεγχος, η αναστολή μη σχετικών πληροφοριών αλλά και η ενεργός μνήμη.
Παράλληλα, ευρήματα από νευροαπεικονιστικές μελέτες, τόσο σε ασθενείς με επίκτητες γλωσσικές διαταραχές όσο και σε υγιείς ομιλητές, καταδεικνύουν ότι οι επιμέρους νοητικές λειτουργίες που υποστηρίζουν διακριτά αφηγηματικά έργα συνδέονται με διαφοροποιημένα νευρωνικά δίκτυα φλοιικών και υποφλοιικών περιοχών στο αριστερό κυρίως ημισφαίριο.
Συνεπώς, η επισκόπηση των σύγχρονων ερευνητικών δεδομένων αναδεικνύει την αναγκαιότητα αξιοποίησης διακριτών αφηγηματικών έργων ως οικολογικά έγκυρων εργαλείων αξιολόγησης, τα οποία αντανακλούν τη διαφοροποίηση των επιμέρους μνημονικών και περαιτέρω νοητικών λειτουργιών που τα υποστηρίζουν. Στο πλαίσιο αυτό, προτείνεται η προσέγγιση της αφήγησης, ως δυναμικής γέφυρας μεταξύ μνήμης, γλώσσας και επιτελικών λειτουργιών, με εφαρμογή τόσο στην έρευνα όσο και τη κλινική πράξη.
- Εισηγητής:
- Αγγελοπούλου Γεωργία1,2, Κασελίμης Δημήτρης1,2, Δημήτριος Τσολακόπουλος1,2, Κωνσταντίνος Πόταγας1
- Τίτλος:
- Ποια μνήμη αφηγείται; Διακριτές μνημονικές λειτουργίες που εμπλέκονται στα αφηγηματικά έργα
- Εκπαιδευτικός Φορέας:
- 1Μονάδα Νευροψυχολογίας και Διαταραχών του Λόγου, 1η Νευρολογική Κλινική, Αιγινήτειο Νοσοκομείο, Τμήμα
Ιατρικής, ΕΚΠΑ
2Τμήμα Ψυχολογίας, Πάντειο Πανεπιστήμιο Κοινωνικών και Πολιτικών Επιστημών
- Περίληψη:
- Ο αφηγηματικός λόγος
συνιστά ένα σύνθετο νοητικό έργο, του οποίου η επιτυχής παραγωγή προϋποθέτει
τον συντονισμό διακριτών νοητικών λειτουργιών. Διαφορετικές μνημονικές
συνιστώσες — όπως η επεισοδική, η σημασιολογική και η ενεργός μνήμη —
αλληλεπιδρούν για την ανάσυρση, επιλογή και οργάνωση των κατάλληλων πληροφοριών
πριν από την εκφορά του προφορικού λόγου. Παράλληλα, ενεργοποιούνται επιτελικές
λειτουργίες που υποστηρίζουν τόσο τη δομική οργάνωση και τη μακροδομή της
αφήγησης όσο και την εποπτική παρακολούθηση της γλωσσικής παραγωγής,
διασφαλίζοντας τη συνοχή, τη συνεκτικότητα και την προσαρμογή στο επικοινωνιακό
πλαίσιο.
Διακριτά αφηγηματικά έργα, όπως για παράδειγμα η προσωπική αυτοβιογραφική αφήγηση, η αναδιήγηση μίας γνωστής ιστορίας και η περιγραφή εικόνων δεν συνιστούν ομοιογενείς δοκιμασίες, αλλά διαφοροποιημένα, ως προς το μνημονικό τους υπόβαθρο, νοητικά έργα. Η αυτοβιογραφική αφήγηση στηρίζεται κυρίως στην επιλεκτική ανάσυρση πληροφοριών από την επεισοδική μνήμη ενώ η αναδιήγηση ιστοριών εξαρτάται σε μεγαλύτερο βαθμό από την ανάρσυση και σημασιολογική οργάνωση των πληροφοριών. Παράλληλα, η συνοχή και η μακροδομή του αφηγηματικού λόγου συνδέονται στενά με επιτελικές λειτουργίες, όπως ο νοητικός έλεγχος, η αναστολή μη σχετικών πληροφοριών αλλά και η ενεργός μνήμη.
Παράλληλα, ευρήματα από νευροαπεικονιστικές μελέτες, τόσο σε ασθενείς με επίκτητες γλωσσικές διαταραχές όσο και σε υγιείς ομιλητές, καταδεικνύουν ότι οι επιμέρους νοητικές λειτουργίες που υποστηρίζουν διακριτά αφηγηματικά έργα συνδέονται με διαφοροποιημένα νευρωνικά δίκτυα φλοιικών και υποφλοιικών περιοχών στο αριστερό κυρίως ημισφαίριο.
Συνεπώς, η επισκόπηση των σύγχρονων ερευνητικών δεδομένων αναδεικνύει την αναγκαιότητα αξιοποίησης διακριτών αφηγηματικών έργων ως οικολογικά έγκυρων εργαλείων αξιολόγησης, τα οποία αντανακλούν τη διαφοροποίηση των επιμέρους μνημονικών και περαιτέρω νοητικών λειτουργιών που τα υποστηρίζουν. Στο πλαίσιο αυτό, προτείνεται η προσέγγιση της αφήγησης, ως δυναμικής γέφυρας μεταξύ μνήμης, γλώσσας και επιτελικών λειτουργιών, με εφαρμογή τόσο στην έρευνα όσο και τη κλινική πράξη.

