| Υποβάλλουσα: Μαλεγιαννάκη Αμαρυλλίς Χρυσή, Τμήμα Ψυχολογίας, Σχολή Κοινωνικών και Ανθρωπιστικών Επιστημών |
| Πρόεδροι: Τσερμεντσέλη Στέλλα, Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας Παστού-Παπαδάτου Μαριέττα, Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστημίο Αθηνών |
Περιγραφή Συμποσίου
Η αναπτυξιακή νευροψυχολογία αποτελεί ένα δυναμικά εξελισσόμενο πεδίο που γεφυρώνει τη γνωστική ανάπτυξη με τα νευρωνικά και περιβαλλοντικά της υποστρώματα, προσφέροντας κρίσιμη γνώση για την κατανόηση των νευροαναπτυξιακών διαταραχών και των αναπτυξιακών αποκλίσεων. Το παρόν συμπόσιο παρουσιάζει σύγχρονες κλινικές, νευροαπεικονιστικές και μετα-αναλυτικές προσεγγίσεις, εστιάζοντας στη λειτουργική οργάνωση της προσοχής, των επιτελικών λειτουργιών και της κοινωνικο-συναισθηματικής επεξεργασίας στην παιδική ηλικία, με κεντρικό άξονα τη μετωπιαία λειτουργικότητα. Στο πλαίσιο αυτό, εξετάζεται η Διαταραχή Ελλειμματικής Προσοχής-Υπερκινητικότητας Μεικτού Τύπου, όπου η ελλιπής ενημερότητα των παιδιών για τη λειτουργία της προσοχής τους και η περιορισμένη ικανότητα αναγνώρισης και εφαρμογής στρατηγικών ελέγχου συνδέονται με ελλείμματα επιτελικών παραμέτρων της προσοχής, υποδηλώνοντας δυσλειτουργίες μηχανισμών αυτοπαρακολούθησης και ρύθμισης. Η σημασία του προμετωπιαίου φλοιού αναδεικνύεται περαιτέρω μέσω νευροαπεικονιστικών δεδομένων λειτουργικής φασματοσκοπίας εγγύς υπερύθρου (fNIRS), τα οποία καταδεικνύουν ότι η νευρωνική ενεργοποίηση κατά την επεξεργασία κοινωνικο-συναισθηματικών ερεθισμάτων δεν αποτελεί στατική διεργασία, αλλά διαμορφώνεται δυναμικά από την αλληλεπίδραση ατομικών χαρακτηριστικών του παιδιού και γονεϊκών παραγόντων. Παράλληλα, αναδεικνύεται ο ρόλος του πρώιμου περιβάλλοντος στη διαμόρφωση των αναπτυξιακών τροχιών. Σε παιδιά με ιστορικό παραμέλησης, παρατηρείται διαφοροποιημένη σχέση μεταξύ Θεωρίας του Νου και επιτελικών λειτουργιών, υποδηλώνοντας εναλλακτικά πρότυπα αλληλεπίδρασης των γνωστικών συστημάτων υπό συνθήκες πρώιμου στρες. Τέλος, η διαγνωστικά διεπιστημονική και αναπτυξιακή οπτική του συμποσίου ενισχύεται από τη διερεύνηση της κυριοχειρίας ως δυνητικού βιοδείκτη νευροαναπτυξιακών διαταραχών. Συνολικά, το συμπόσιο αναδεικνύει τη σημασία μιας πολυεπίπεδης προσέγγισης στην αναπτυξιακή νευροψυχολογία, με άμεσες εφαρμογές στην αξιολόγηση και την παρέμβαση.
Επιμέρους τίτλοι/Εισηγητές:
- Εισηγητές:
- Μαλεγιαννάκη Αμαρυλλίς-Χρυσή1,Μεταλλίδου Παναγιώτα2, Δραγούμη Πηνελόπη3, Ζαφειρίου Δημήτριος3
- Τίτλος:
- Ελλείμματα μετα-προσοχής σε παιδιά με ΔΕΠΥ-ΜΤ: Σχέση με τις επιδόσεις σε δοκιμασίες προσοχής
- Εκπαιδευτικός Φορέας:
- 1Τμήμα Ψυχολογίας, Σχολή Κοινωνικών και Ανθρωπιστικών Επιστημών,
Πανεπιστήμιο Δυτικής Μακεδονίας
2Τμήμα Ψυχολογίας, Φιλοσοφική Σχολή, Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης
3Κέντρο Αναπτυξιακής Παιδιατρικής «Απόστολος Φωκάς», Α’ Πανεπιστημιακή Παιδιατρική Κλινική, Γ.Ν.Θ. «Ιπποκράτειο»
- Περίληψη:
- Σκοπός: Παρότι
τα νευροψυχολογικά ελλείμματα των παιδιών με Διαταραχή Ελλειμματικής
Προσοχής-Υπερκινητικότητας (ΔΕΠΥ) έχουν διερευνηθεί εκτενώς στη βιβλιογραφία, η
ενημερότητα των παιδιών για τη λειτουργία της προσοχής έχει μελετηθεί ελάχιστα.
Η τελευταία είναι σημαντική παράμετρος για τον σχεδιασμό αποτελεσματικών
παρεμβάσεων. Στόχος της παρούσας μελέτης ήταν η ανάδειξη των ελλειμμάτων στην
μετα-προσοχή των παιδιών με ΔΕΠΥ-ΜΤ (Μεικτού Τύπου) σε καθημερινά πλαίσια και
οι σχέσεις τους με τις επιδόσεις σε δοκιμασίες προσοχής.
Μέθοδος: Στην έρευνα συμμετείχαν 50 παιδιά σχολικής ηλικίας (6-12ετών) διεγνωσμένα με ΔΕΠΥ-ΜΤ (Μεικτού Τύπου) και 50 τυπικώς αναπτυσσόμενα παιδιά, αντιστοιχισμένα ως προς την ηλικία, το φύλο και το νοητικό δυναμικό. Η ενημερότητα για την προσοχή αξιολογήθηκε μέσω ημι-δομημένης συνέντευξης και Σεναρίων για τους παράγοντες που περιορίζουν την προσοχή στην καθημερινή ζωή, της αυτο-αξιολόγησης της λειτουργίας της προσοχής, Σεναρίων (π.χ., συναισθηματική κατάσταση, κόπωση, θόρυβος), καθώς και τη χρήση Ερωτηματολογίου για την Αυτο-αποτελεσματικότητα σε Καθημερινά Έργα Προσοχής. Οι γνωστικές ελλείψεις αξιολογήθηκαν με υποδοκιμασίες από το Test of Everyday Attention for Children (TEA-Ch).
Αποτελέσματα: Τα σημαντικότερα ελλείμματα που εντοπίστηκαν, αφορούσαν την ελλιπή αντίληψη της προσοχής ως επικέντρωση της νοητικής λειτουργίας και την αποτυχία αναγνώρισης των πηγών διάσπασης σε καθημερινές καταστάσεις. Η αυτο-αξιολόγηση της αποτελεσματικότητας της προσοχής τους ήταν αντιπροσωπευτική της διάγνωσής τους και παρότι αναγνώριζαν τη δυσκολία που αντιμετωπίζουν σε καθημερινά πλαίσια που απαιτούν προσοχή, δεν ήταν σε θέση να σκεφτούν στρατηγικές για τον περιορισμό και έλεγχο διασπαστικών παραγόντων. Τέλος, σημαντικές σχέσεις εμφανίστηκαν με τις επιδόσεις σε δοκιμασίες επιτελικών παραμέτρων της προσοχής.
Συμπεράσματα: Οι ελλείψεις στην ενημερότητα των παιδιών με ΔΕΠΥ-ΜΤ συνάδουν με μετωπιαία εκτελεστική δυσλειτουργία που αφορά την ελλιπή παρακολούθηση και εφαρμογή των στρατηγικών για τον περιορισμό της διάσπασης της προσοχής. Η εξέταση της ελλιπούς ενημερότητας ως διαμεσολαβητικού παράγοντα, τόσο για την κατανόηση των ελλειμμάτων προσοχής όσο και για την εφαρμογή αποτελεσματικών παρεμβάσεων, θα μπορούσε να αποτελέσει αντικείμενο μελλοντικών ερευνών.
- Εισηγητές:
- Χρήστου Αντώνιος Ι.1, Φάντης Κώστας2, Μαυρομμάτης Ιωάννης2, Σούρσου Γεωργία2
- Τίτλος:
- Προμετωπιαίες
αποκρίσεις των παιδιών σε θετικά συναισθηματικά ερεθίσματα ως συνάρτηση της
κοινωνικής σύνδεσης και της γονεϊκής αισθητηριακής ευαισθησίας: Ευρήματα από
fNIRS
- Εκπαιδευτικός Φορέας:
- 1Παιδαγωγικό Τμήμα Ειδικής Αγωγής, Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας, Βόλος,
Ελλάδα
2Τμήμα Ψυχολογίας, Πανεπιστήμιο Κύπρου, Λευκωσία, Κύπρος
- Περίληψη:
- Σκοπός: Η ικανότητα των παιδιών να ανταποκρίνονται σε
θετικά κοινωνικά ερεθίσματα αποτελεί θεμέλιο της συναισθηματικής ευεξίας και
της κοινωνικής προσαρμογής. Παρότι έχει αναγνωριστεί η σημασία τόσο των
ατομικών χαρακτηριστικών των παιδιών όσο και του οικογενειακού πλαισίου για την
κοινωνικο-συναισθηματική ανάπτυξη, οι νευρωνικοί μηχανισμοί μέσω των οποίων
αυτοί οι παράγοντες αλληλεπιδρούν παραμένουν ελλιπώς διερευνημένοι. Στόχος της
παρούσας μελέτης ήταν η διερεύνηση του τρόπου με τον οποίο η κοινωνική σύνδεση
των παιδιών και η Ευαισθησία Αισθητηριακής Επεξεργασίας των γονέων διαμορφώνουν
την προμετωπιαία εγκεφαλική ενεργοποίηση των παιδιών κατά την επεξεργασία
συναισθηματικών ερεθισμάτων.
Μέθοδος: Στην έρευνα συμμετείχαν 87 παιδιά μέσης παιδικής ηλικίας (8–12 ετών) και ένας εκ των γονέων τους. Η εγκεφαλική δραστηριότητα των παιδιών καταγράφηκε με λειτουργική φασματοσκοπία εγγύς υπέρυθρου (fNIRS) κατά τη διάρκεια παθητικής παρακολούθησης εικόνων που απεικόνιζαν χαρούμενα, θυμωμένα, φοβικά και λυπηρά συναισθηματικά ερεθίσματα. Η κοινωνική σύνδεση των παιδιών και η ΕΑΕ των γονέων αξιολογήθηκαν μέσω σταθμισμένων ερωτηματολογίων. Αναλύθηκαν τα επίπεδα οξυγονωμένης αιμοσφαιρίνης (HbO) σε δεξιές, μεσαίες και αριστερές προμετωπιαίες περιοχές, με σκοπό τη διερεύνηση των αλληλεπιδράσεων μεταξύ συναισθηματικού φορτίου, εγκεφαλικής περιοχής και ατομικών διαφορών.
Αποτελέσματα: Τα αποτελέσματα ανέδειξαν μια σύνθετη αλληλεπίδραση μεταξύ συναισθήματος, προμετωπιαίας περιοχής, κοινωνικής σύνδεσης του παιδιού και ΕΑΕ του γονέα. Η επίδραση αυτή ήταν ειδική για τα θετικά (χαρούμενα) ερεθίσματα και εκδηλώθηκε κυρίως στις μεσαίες και αριστερές προμετωπιαίες περιοχές. Συγκεκριμένα, παιδιά με χαμηλότερη κοινωνική σύνδεση των οποίων οι γονείς εμφάνιζαν υψηλή ΕΑΕ παρουσίασαν αυξημένη προμετωπιαία ενεργοποίηση κατά την επεξεργασία θετικών κοινωνικών ερεθισμάτων, ενώ το μοτίβο αυτό αντιστρεφόταν σε παιδιά με υψηλότερη κοινωνική σύνδεση.
Συμπεράσματα: Τα ευρήματα υποδεικνύουν ότι η νευρωνική επεξεργασία θετικών κοινωνικών πληροφοριών στη μέση παιδική ηλικία διαμορφώνεται από τη δυναμική αλληλεπίδραση μεταξύ χαρακτηριστικών του παιδιού και της γονεϊκής ευαισθησίας. Η αυξημένη προμετωπιαία ενεργοποίηση σε παιδιά χαμηλής κοινωνικής σύνδεσης με ιδιαίτερα ευαίσθητους γονείς ενδέχεται να αντανακλά μηχανισμούς αντισταθμιστικής ή ενισχυμένης ρύθμισης της κοινωνικής εμπλοκής. Τα αποτελέσματα συνάδουν με το μοντέλο της διαφορικής ευαλωτότητας και αναδεικνύουν τη σημασία της συνεξέτασης χαρακτηριστικών σε δυάδες παιδιών-γονέων για την κατανόηση της κοινωνικο-συναισθηματικής εγκεφαλικής ανάπτυξης και τον σχεδιασμό στοχευμένων παρεμβάσεων.
- Εισηγητές:
- Τσερμεντσέλη Στέλλα1, Κοζιάκης Ιωάννης1, Κούκλαρη Ευαγγελία-Χρυσάνθη2
- Τίτλος:
- Συσχετίσεις Θεωρίας του Νου και επιτελικών λειτουργιών σε παιδιά με ιστορικό παραμέλησης
- Εκπαιδευτικός Φορέας:
- 1Παιδαγωγικό Τμήμα Δημοτικής Εκπαίδευσης,
Εργαστήριο Αναπτυξιακής και Εκπαιδευτικής Ψυχολογίας, Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας
2Τμήμα Παιδοψυχιατρικής, Νοσοκομείο Παίδων «Η Αγία Σοφία», Ιατρική Σχολή, Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών
- Περίληψη:
- Σκοπός: Η
παιδική παραμέληση και η διαβίωση σε δομές παιδικής προστασίας μπορούν να
επηρεάσουν καθοριστικά την κοινωνικογνωστική και γνωστική ανάπτυξη. Η παρούσα μελέτη διερευνά τις
συσχετίσεις μεταξύ Θεωρίας του Νου (ΘτΝ) και Επιτελικών Λειτουργιών (ΕΛ) σε
παιδιά με ιστορικό παραμέλησης που φιλοξενούνται σε τέτοιες μονάδες, σε
σύγκριση με παιδιά τυπικής ανάπτυξης που ζουν με τις βιολογικές τους οικογένειες.
Μέθοδος: Συμμετείχαν παιδιά σχολικής ηλικίας (7-12 ετών) που διαβιούν σε δομές παιδικής προστασίας (Ν = 153) και παιδιά που ζουν με τις βιολογικές τους οικογένειες (Ν = 190), αντιστοιχισμένα ως προς ηλικία, το φύλο και το νοητικό δυναμικό. Η ΘτΝ αξιολογήθηκε μέσω δοκιμασιών ψευδών πεποιθήσεων και αναγνώρισης συναισθημάτων/νοητικών καταστάσεων, ενώ οι ΕΛ εξετάστηκαν με δοκιμασίες ψυχρών (αναστολή, εργαζόμενη μνήμη, γνωστική ευελιξία, προγραμματισμός) και θερμών (συναισθηματική λήψη αποφάσεων, καθυστέρηση ικανοποίησης) ΕΛ.
Αποτελέσματα: Στην ομάδα των παιδιών που ζουν σε δομές παιδικής προστασίας, οι δεξιότητες ΘτΝ εμφάνισαν σημαντικές και ισχυρότερες συσχετίσεις με δείκτες ΕΛ σε σύγκριση με τα παιδιά που ζουν με τις οικογένειές τους. Οι αναλύσεις παλινδρόμησης έδειξαν ότι η ΘτΝ προέβλεψε την επίδοση στις ΕΛ μόνο στην ομάδα παραμέλησης, ενώ στην ομάδα τυπικής διαβίωσης οι ΕΛ προέβλεψαν τη ΘτΝ, υποδηλώνοντας διαφορετικά αναπτυξιακά πρότυπα αλληλεπίδρασης των δύο συστημάτων.
Συμπεράσματα: Τα ευρήματα δείχνουν ότι η σχέση μεταξύ ΘτΝ και ΕΛ διαφοροποιείται ανάμεσα στις δύο ομάδες. Στα παιδιά με ιστορικό παραμέλησης, η ΘτΝ προβλέπει την ΕΛ, αντίθετα, στα παιδιά που ζουν με τις βιολογικές τους οικογένειες παρατηρείται το τυπικό αναπτυξιακό μοτίβο, όπου οι ΕΛ αποτελούν τον ισχυρότερο προγνωστικό παράγοντα της ΘτΝ. Τα αποτελέσματα αυτά αναδεικνύουν την ανάγκη για παρεμβάσεις που λαμβάνουν υπόψη τις διαφοροποιημένες αυτές αναπτυξιακές αλληλεπιδράσεις σε παιδιά που μεγαλώνουν σε δομές παιδικής προστασίας.
- Εισηγητής:
- Παπαδάτου-Παστού Μαριέττα
- Τίτλος:
- Μετα-ανάλυση δεύτερης τάξης: Κυριοχειρία σε ψυχικές και νευροαναπτυξιακές διαταραχές
- Εκπαιδευτικός Φορέας:
- Παιδαγωγικό
Τμήμα Δημοτικής Εκπαίδευσης, Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών,
Αθήνα
Ίδρυμα Ιατροβιολογικών Ερευνών της Ακαδημίας Αθηνών, Αθήνα
- Περίληψη:
- Σκοπός: Την τελευταία δεκαετία, αρκετές μετα-αναλύσεις
έχουν εξετάσει την προτίμηση χεριού (κυριοχειρία) σε ψυχικές και
νευροαναπτυξιακές διαταραχές. Ορισμένες διαταραχές, όπως η
σχιζοφρένεια, βρέθηκαν να σχετίζονται με αυξημένα ποσοστά
άτυπης κυριοχειρίας (δηλαδή μη δεξιοχειρίας, αριστερόχειρας ή
μεικτής κυριοχειρίας), ενώ άλλες, όπως η κατάθλιψη, όχι. Για τη
διερεύνηση ευρύτερων σχέσεων μεταξύ κυριοχειρίας και
ψυχοπαθολογίας και την αξιολόγηση παραγόντων που επιδρούν στη σχέση
αυτή ανεξαρτήτως διάγνωσης, είναι σημαντικό να
πραγματοποιηθεί μετα-ανάλυση υψηλότερης τάξης, βασισμένη σε δεδομένα
προηγούμενων μετα-αναλύσεων.
Υλικό-Μέθοδος: Διεξήχθη μετα-ανάλυση δεύτερης τάξης, η οποία περιλάμβανε ανασκόπηση, επικαιροποίηση και επα-ανάλυση δέκα υφιστάμενων μετα-αναλύσεων για την προτίμηση χεριού σε διάφορες ψυχικές και νευροαναπτυξιακές διαταραχές. Συνολικά αναλύθηκαν 402 σύνολα δεδομένων περιλαμβάνοντας 202.434 συμμετέχοντες.
Αποτελέσματα: Η άτυπη κυριοχειρία ήταν σημαντικά πιο συχνή στα άτομα με διαταραχές σε σχέση με το γενικό πληθυσμό (μη δεξιόχειρες περιττός λόγος (Odds ratio, OR): 1.46· αριστερόχειρες OR: 1.34· μεικτή κυριοχειρία OR: 1.63). Οι διαφορές σχετίζονταν με τη διάγνωση· π.χ. η σχιζοφρένεια σχετιζόταν έντονα με άτυπη κυριοχειρία. Οι αναλύσεις παρεμβαλλόμενων μεταβλητών ανέδειξαν ότι οι νευροαναπτυξιακές διαταραχές, η πρώιμη ηλικία έναρξης και τα γλωσσικά συμπτώματα συσχετίζονται με υψηλότερα ποσοστά άτυπης κυριοχειρίας.
Συζήτηση: Η μελέτη δείχνει πως η κυριοχειρία έχει δυνατότητες αλλά και όρια ως βιοδείκτης ψυχικών και νευροαναπτυξιακών διαταραχών. Τονίζεται η σημασία της αξιοποίησης μετα-αναλύσεων για πιο αξιόπιστα συμπεράσματα.
Συμπεράσματα: Η σχέση μεταξύ κυριοχειρίας και ψυχοπαθολογίας κατανοείται καλύτερα από μια διαγνωστικά διατομεακή, αναπτυξιακή και συμπτωματοκεντρική προσέγγιση.

